From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: tidy /tˈaɪdi/ αρκετός, τακτοποιώ, συγυρίζω, συγυρισμένος
tidy /tˈaɪdi/
αρκετός, τακτοποιώ, συγυρίζω, συγυρισμένος