From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: suit /sˈuːt/ εξυπηρετώ, βολεύω, αρμόζω, κοστούμι, ταιριάζω με
suit /sˈuːt/
εξυπηρετώ, βολεύω, αρμόζω, κοστούμι, ταιριάζω με