From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: strike /stɹˈaɪk/ απεργία, χτυπήμα, χτυπώ, κάνω εντύπωση, απεργώ
strike /stɹˈaɪk/
απεργία, χτυπήμα, χτυπώ, κάνω εντύπωση, απεργώ