From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: sort /sˈɔːt/ τύπος, ξεδιαλέγω, είδος, τακτοποιώ
sort /sˈɔːt/
τύπος, ξεδιαλέγω, είδος, τακτοποιώ