From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: slump /slˈʌmp/ καταρρέω, σωριάζομαι, πέφτω, κεσάτι, κάμψη, κρίση
slump /slˈʌmp/
καταρρέω, σωριάζομαι, πέφτω, κεσάτι, κάμψη, κρίση