From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: sluggish /slˈʌɡɪʃ/ άτονος, νωχελής, μαχμουρλής, δυσκίνητος
sluggish /slˈʌɡɪʃ/
άτονος, νωχελής, μαχμουρλής, δυσκίνητος