From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: shrink /ʃɹˈɪŋk/ συρρικνώνομαι, μπαίνω, συρικνώνομαι, συστέλλω
shrink /ʃɹˈɪŋk/
συρρικνώνομαι, μπαίνω, συρικνώνομαι, συστέλλω