From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: qualify /kwˈɒlɪfˌaɪ/ καθιστώ ικανόν, προκρίνομαι
qualify /kwˈɒlɪfˌaɪ/
καθιστώ ικανόν, προκρίνομαι