From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: promise /pɹˈɒmɪs/ υπόσχωμαι, υπόσχομαι, υπόσχεση
promise /pɹˈɒmɪs/
υπόσχωμαι, υπόσχομαι, υπόσχεση