From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: pledge /plˈɛdʒ/ υπόσχηση, εχέγγυο, υπόσχομαι, υπόσχωμαι
pledge /plˈɛdʒ/
υπόσχηση, εχέγγυο, υπόσχομαι, υπόσχωμαι