From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: nag /nˈaɡ/ αποπαίρνω, παλιάλογο, καυγαδίζω, γκρινίαρα
nag /nˈaɡ/
αποπαίρνω, παλιάλογο, καυγαδίζω, γκρινίαρα