From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: loose /lˈuːs/ λυτός, λάσκος, χαλαρός, μπόσικος, ξεκάρφωτος
loose /lˈuːs/
λυτός, λάσκος, χαλαρός, μπόσικος, ξεκάρφωτος