From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: inflated /ɪnflˈeɪtɪd/ παραφουσκωμένος, φουσκωμένος, διογκωμένος
inflated /ɪnflˈeɪtɪd/
παραφουσκωμένος, φουσκωμένος, διογκωμένος