From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: hatch /hˈatʃ/ μπουκαπόρτα, εκκολάπτομαι, άνοιγμα, επωάζω
hatch /hˈatʃ/
μπουκαπόρτα, εκκολάπτομαι, άνοιγμα, επωάζω