From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: fudge /fˈʌdʒ/ υπεκφεύγω, αερολογώ, κουραφέξαλα
fudge /fˈʌdʒ/
υπεκφεύγω, αερολογώ, κουραφέξαλα