From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: flooding /flˈʌdɪŋ/ πλημμύρισμα, πλημμύρες, εκχείληση
flooding /flˈʌdɪŋ/
πλημμύρισμα, πλημμύρες, εκχείληση