From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: flickering /flˈɪkəɹɪŋ/ που τρεμοπαίζει, τρεμάμενος, που τρεμοσβήνει
flickering /flˈɪkəɹɪŋ/
που τρεμοπαίζει, τρεμάμενος, που τρεμοσβήνει