From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: fit /fˈɪt/ αρμόζων, εξοπλίζω, μου κάνει, ταιριάζω σε μέγεθος
fit /fˈɪt/
αρμόζων, εξοπλίζω, μου κάνει, ταιριάζω σε μέγεθος