From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: decent /dˈiːsənt/ ευπρεπής, εύσχημος, πρέπων, καθωσπρεπής
decent /dˈiːsənt/
ευπρεπής, εύσχημος, πρέπων, καθωσπρεπής