From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: dash /dˈaʃ/ τρέχω, ορμώ, ραντίζω, συντρίβω, παύλα
dash /dˈaʃ/
τρέχω, ορμώ, ραντίζω, συντρίβω, παύλα