From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: boasting /bˈəʊstɪŋ/ λεονταρισμοί, μεγαλοστομία, μεγαλορρημοσύνη
boasting /bˈəʊstɪŋ/
λεονταρισμοί, μεγαλοστομία, μεγαλορρημοσύνη