From English - Modern Greek XDXF/FreeDict dictionary ver. 0.1.1: annual percentage rate, APR /ˈanjuːəl pəsˈɛntɪdʒ ɹˈeɪt/ /ˈapɹə/ ετήσιο, ετήσιο ποσό επιβαρύνσεων, ΕΠΕ
annual percentage rate, APR /ˈanjuːəl pəsˈɛntɪdʒ ɹˈeɪt/ /ˈapɹə/
ετήσιο, ετήσιο ποσό επιβαρύνσεων, ΕΠΕ